Όπως ήταν φυσικό, ένα σχολείο θηλέων στο κέντρο τής Αθήνας δεν θα περνούσε σε καμία περίπτωση απαρατήρητο. Δεν ήταν λίγοι, λοιπόν, οι νέοι που φρόντιζαν να τους φέρει ο δρόμος τους προς την οδό Πανεπιστημίου, ώστε να συναντήσουν τις εξωτερικές, τουλάχιστον, μαθήτριες τού Σχολείου κατά τις ώρες προσέλευσης και αναχώρησης από αυτό. Αν σκεφτεί κανείς, μάλιστα, πόσο κοντά βρισκόταν το Πανεπιστήμιο και οι νεαροί φοιτητές του, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί τι συνέβαινε εκεί τις ώρες αιχμής. Άλλωστε τα έργα και οι αφηγήσεις τού Γρηγορίου Ξενόπουλου αποτυπώνουν με γλαφυρό τρόπο τέτοια περιστατικά.

Είναι η εποχή που ο Παλαμάς, αφού τελείωσε στο Μεσολόγγι τις γυμνασιακές σπουδές, έρχεται στην Αθήνα για να φοιτήσει στη Νομική, την οποία όμως δεν τελείωσε ποτέ. Στην ουσία την περίοδο αυτή είναι ακόμα συναισθηματικά δεμένος με πρόσωπα φιλικά και συγγενικά από την ιδιαίτερη πατρίδα του, αλλά και νέες κοπέλες με τις οποίες είχε συνάψει σχέσεις, αφού είναι γνωστό ότι υπήρξε πάντα λάτρης τού ωραίου φύλου.

Να λοιπόν τι ομολογεί ο ποιητής: «Λοιπόν αν σοι έγραφον : όχι, καμμία δέν κινεί ενταύθα τούς παλμούς μου, θα εψευδόμην πολύ και αναιδέστατα. Αλλά τούτο δεν συνεπιφέρει και την λήθην τής Mignonneως αναμένεις συ. Όχι. Την ενθυμούμαι, φλογερά είναι τα δι’ αυτήν άσματά μου άπερ εξακολουθώ γράφων, αλλά τούτο δεν με κωλύει ουδόλως. Ουδόλως χθες μ’ εκώλυσε να ακολουθήσω μιαν ηδυπαθή, μελαχροινήν, ελικοβλέφαρον εξωτερικήν μαθήτριαν τού Αρσακείου – και ταύτα σε παρακαλώ μεταξύ μας. Δεν με εμπόδισε λοιπόν ο έρως τής Μικρούλας από τού να βαδίζω επί δύο ώρας κατόπιν εκείνης διά να ανακαλύψω το οίκημά της.»

Αν αναλογιστούμε όμως τα αυστηρά ήθη τής εποχής, τότε σίγουρα μπορούμε να καταλάβουμε το μέγεθος τού προβλήματος που είχε να αντιμετωπίσει το Δ.Σ. τής Φ.Ε., ώστε να αναγκαστεί τελικά να ζητήσει την παρέμβαση τής …αστυνομίας.

«Tη σιγαλιά των τοίχων σου δεν φτάνει να χαλάσει τού κόσμου τ’ αναγάλλιασμα, τό βούισμα κ’ η έννοια.
Και κρύβεις από ταις ματιαίς την ανθισμένη πλάσι, κάθε σμαράγδινη εμμορφιά με βάθη ζαφειρένια.»
Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ
[1] Διαβάζω, αρ. 10, 1/7/1987